06:30 το πρωί. Σάββατο.
Θυμάμαι ακόμη το πρώτο μου ξεκίνημα, το 2023.
Μετά από πολλές σκέψεις και αμέτρητες συζητήσεις πήρα τη μεγάλη απόφαση. Ξεκίνησα μόνος, από το οικόπεδο όπου κάποτε έζησε ο Νεομάρτυρας. Το χωριό κοιμόταν ακόμη. Οι μόνοι που κατάλαβαν ότι κάτι ξεκινούσε ήταν τα σκυλιά, που γάβγιζαν καθώς απομακρυνόμουν. Έκανα ένα μικρό βίντεο για ενθύμιο και άρχισα να αφήνω πίσω μου τα πρώτα σπίτια.
Με κάθε βήμα γεννιούνταν και μια ερώτηση.
Τι κάνω;
Γιατί το κάνω;
Θα τα καταφέρω;
Θα φτάσω;
Θα πραγματοποιηθεί άραγε αυτό το όνειρο;
Ο δρόμος είχε μόνο ερωτήματα. Τις απαντήσεις θα μου τις έδινε ο ίδιος.
Τέσσερις ημέρες αργότερα έφτασα στον προορισμό μου. Την πέμπτη ημέρα περπάτησα ακόμη δεκατέσσερα χιλιόμετρα για να συναντήσω, όπως είχα υποσχεθεί, τον Σύλλογο Δρομέων Ιωαννίνων.
Δεν απογοητεύτηκα ούτε μία στιγμή.
Πίστεψα από την πρώτη ημέρα ότι κάθε μεγάλο όνειρο χρειάζεται υπομονή και επιμονή.
Συχνά λέω πως το τρένο ξεκινά αργά. Όταν όμως οι ρόδες του αρχίσουν να γυρίζουν, δύσκολα σταματά.
Οι άνθρωποι που συναντούσα με ρωτούσαν:
«Πού πηγαίνεις μόνος μέσα στα βουνά; Δεν φοβάσαι τις αρκούδες και τους λύκους;»
Χαμογελούσα. Γιατί ήξερα πως ο μεγαλύτερος φόβος δεν βρίσκεται στο δάσος. Βρίσκεται μέσα μας, πριν κάνουμε το πρώτο βήμα.
Το 2025 δεν ήμουν πια μόνος.
Γίναμε τρεις.
Στις έξι το πρωί μας αποχαιρέτησαν ο Αντιδήμαρχος Ιωάννης Τσακνάκης και ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ3 Μάκης Νασιάδης.
Εκεί κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει.
Ο κόσμος άρχισε να θυμάται αυτή τη διαδρομή.
Το όνειρο είχε αρχίσει να αποκτά ζωή.
Και φέτος…
Γίναμε έξι.
Δύο προσκυνητές ήταν από το ίδιο το χωριό του Νεομάρτυρα, ενώ αρκετοί συγχωριανοί ήρθαν να μας ξεπροβοδίσουν. Μετά τη δοξολογία μας ετοίμασαν ένα μικρό σακουλάκι με πρωινό για τον δρόμο και μας συνόδευσαν μέχρι το εκκλησάκι έξω από το χωριό.
Έξι προσκυνητές και ένας πιστός τετράποδος φίλος ξεκινήσαμε ξανά.
Τα πρόσωπά μας ήταν γεμάτα χαμόγελα.
Κανείς ακόμη δεν σκεφτόταν τον καυτό ήλιο, το βάρος του σακιδίου ή τα πολλά χιλιόμετρα.
Το μόνο που υπήρχε ήταν η χαρά του ξεκινήματος.
Και μέσα μου ένιωθα κάτι ακόμη.
Έβλεπα τις ρόδες εκείνου του τρένου να γυρίζουν ολοένα και πιο γρήγορα.
Το όνειρο δεν ήταν πια μόνο δικό μου.
Το τηλέφωνο χτυπούσε συνεχώς.
«Πού είστε;»
«Πότε θα φτάσετε στα Γρεβενά;»
Άνθρωποι μας περίμεναν μόνο και μόνο για να μας κεράσουν έναν καφέ, ένα μπουκάλι νερό ή ένα γλυκό.
Στο ρολόι της πόλης μάς περίμενε ο πρώτος φωτογράφος.
Λίγο πιο κάτω ο Βάσως, όπως κάθε χρόνο, με νερά και γλυκά.
Από τα αυτοκίνητα κορνάριζαν.
«Καλό δρόμο!»
«Καλή δύναμη!»
Εκεί κατάλαβα πως το οδοιπορικό δεν ήταν πια μια προσωπική υπόθεση.
Είχε γίνει υπόθεση πολλών ανθρώπων.
Μπαίνοντας στα βουνά, οι αποστάσεις μεταξύ μας μεγάλωναν.
Ο καθένας περπατούσε μόνος με τις σκέψεις του.
Και αυτό ήταν όμορφο.
Γιατί το μονοπάτι δεν ενώνει μόνο τα χωριά.
Ενώνει και τον άνθρωπο με τον εαυτό του.
Στο Μαυρονόρος μια κυρία μας σταμάτησε.
«Παιδιά, ελάτε να πιείτε λίγο κρύο νερό.»
Αργότερα μια άλλη κυρία, η Βασιλική, μας κάλεσε σπίτι της για καφέ.
Στο Φλαμπουράρι η Μαρία και ο Χρήστος μάς άνοιξαν ξανά την αγκαλιά τους σαν να επιστρέφαμε στο σπίτι μας.
Μας έπλυναν τα ρούχα, μας φίλεψαν πίτες και μας γέμισαν αγάπη.
Στους Μηλιωτάδες ο πρόεδρος του χωριού μάς περίμενε χωρίς καν να μας γνωρίζει.
«Αν χρειαστεί, ανοίγουμε το σχολείο για να κοιμηθείτε.»
Στη συνέχεια, άλλοι άνθρωποι έφερναν φαγητό, νερά, πίτσες, γλυκά.
Κάθε χωριό μάς χάριζε κι ένα κομμάτι από την καρδιά του.
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι.
Το προσκύνημα δεν το κάνουν μόνο αυτοί που περπατούν.
Το κάνουν και όλοι εκείνοι που ανοίγουν το σπίτι τους, που γεμίζουν ένα ποτήρι νερό, που λένε μια καλή κουβέντα.
Όσο προχωρούσαμε, οι φουσκάλες πλήθαιναν.
Τα πόδια πονούσαν.
Οι ώμοι λύγιζαν από το βάρος.
Κανείς όμως δεν μίλησε για εγκατάλειψη.
Γιατί όταν η ψυχή έχει λόγο να συνεχίσει, το σώμα βρίσκει πάντα τη δύναμη.
Το τελευταίο πρωινό περπατούσαμε μέσα στην ομίχλη.
Χαμογελούσαμε, αλλά υπήρχε και μια μικρή λύπη.
Το ταξίδι πλησίαζε στο τέλος.
Πάντα έτσι είναι.
Μόλις αγαπήσεις τον δρόμο, εκείνος αρχίζει να τελειώνει.
Και όταν αντικρίσαμε από μακριά ανθρώπους να μας περιμένουν, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τη συγκίνησή μου.
Βούρκωσα.
Αγκάλιασα έναν έναν τους συνοδοιπόρους μου.
Χωρίς αυτούς δεν θα είχε ολοκληρωθεί αυτό το τρίτο οδοιπορικό.
Προσκυνήσαμε τον Άγιο, επισκεφθήκαμε τον τόπο του μαρτυρίου του και, μέσα μου, γεννήθηκε ήδη η επόμενη σκέψη.
Το ταξίδι τελείωσε.
Το όνειρο όμως όχι.
Γιατί τα όνειρα δεν ολοκληρώνονται όταν φτάνεις στον προορισμό.
Ολοκληρώνονται όταν εμπνέουν κι άλλους να περπατήσουν μαζί σου.
Πρώτα ο Θεός και με τη χάρη του Αγίου, του χρόνου θα πραγματοποιηθεί το τέταρτο οδοιπορικό.
Με αγάπη,
Γιώργος Δημητριάδης






