Πρέπει να διαβάσετε

myGrevena
myGrevena
Δεν είμαστε “φορείς ” της Τέταρτης Εξουσίας. Ο ρόλος μιας εφημερίδας είναι να αφουγκράζεται τους πόνους και τις χαρές ενός τόπου και των ανθρώπων του και αυτούς να διακονεί, να υπηρετεί τις ανάγκες τους, όχι να εξουσιάζει.
spot_img
spot_img

Περί φθοράς- με αφορμή μια έκθεση έργων του Lucian Freud (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

Αποδίδουν στον Αριστοτέλη μια ρήση, ότι δηλαδή πριν ακόμα σχεδιαστεί ένα σπίτι με συγκεκριμένο τρόπο, πόσο μάλλον πριν υλοποιηθεί στο πεδίο χτίζοντάς το με δομικά υλικά, οι άνθρωποι που το ζητάνε έχουν ήδη σχηματίσει στο μυαλό τους την Ιδέα που έχουν γι’αυτό.

Δεν είμαι βέβαιος ότι η επισήμανση είναι όντως αριστοτελική (την επικαλείται ο Edward Wilson-Lee στο βιβλίο του «The Grammar of Angels», εκδόσεις William Collins, 2026), πάντως εμένα με φωτίζει επαρκώς στις αναζητήσεις μου, είτε τις επαγγελματικές, όταν καλούμαστε στο Γραφείο να συμβάλλουμε στην αναστήλωση κάποιου ιστορικού κτιρίου, είτε κατά την ενατένιση των κτιρίων στις περιηγήσεις στα «σπλάχνα» των πόλεων του Κόσμου: αντιλαμβάνομαι λοιπόν, διαβάζοντας ανάποδα την αριστοτελική ρήση, ότι όσο περισσότερο φθείρεται με τον χρόνο η υλική υπόσταση ενός κτιρίου, τόσο εναργέστερα αναδεικνύεται η Ιδέα που το γέννησε.

Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να μας βοηθήσει ορισμένως σε μια συναναστροφή με τη φθορά γενικότερα, όχι μόνο σε σχέση με τα κτίρια.

*

Ήθελα από καιρό να γράψω ένα κείμενο για τη φθορά, επιχειρώντας τη συμπερίληψή της σε μια διαυγέστερη, πληρέστερη θέαση του Κόσμου. Η Έκθεση έργων του Lucian Freud, με τίτλο «Drawing into Painting» την Άνοιξη του 2026 στη National Portrait Gallery στο Λονδίνο, μου πρόσφερε μια διάσταση που εμπλουτίζει τις αναζητήσεις μου στο πεδίο, και λειτούργησε ως ζωτική παρακίνηση για το κείμενο που ακολουθεί.

Η φύση του θέματος είναι βεβαίως τέτοια που εδώ δεν θα αναφερθούμε παρά μόνο σε κάποιες πτυχές του: επί της ουσίας, «θα ξεκινήσουμε να μιλάμε» για τη φθορά. Υιοθετούμε γι’αυτό τον τρόπο των πρόσφατων βιβλίων μου, από τον «Πολιτισμό των Φαντασμάτων» ως τη «Μεθόριο»- όπου στην ουσία επιχειρούμε κάθε φορά να συγκροτήσουμε ένα πεδίο του λόγου περί το θέμα, ευεπήφορο σε παρεμβάσεις που θα το επεκτείνουν ή και θα το εμβαθύνουν.

Το πεδίο του λόγου που συγκροτείται δεν μπορεί να μείνει «του κουτιού»: θα «φθείρεται» (όπως «φθείρεται» ένα κτίριο κατά τη χρήση του, ή το δάπεδο από τα σούρτα-φέρτα των σουλατσαδόρων) όσο εξελίσσονται οι απόπειρες προσέγγισης της έννοιας που μας απασχολεί εδώ, τόσο στο εσωτερικό του κειμένου όσο και με τις εξωτερικές επεμβάσεις και σχολιασμούς που ενδεχομένως θα προκύψουν. Ευελπιστούμε ότι, όπως στο κτίριο της διαβασμένης ανάποδα αριστοτελικής ρήσης που προείπαμε, όσο το «πακεταρισμένο ως δώρο κουτί» θα φθείρεται, τόσο εναργέστερα θα αναδεικνύεται η Ιδέα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Γιάννης Τσαρούχης

Ποια είναι η φθορά που ενδιαφέρει εδώ;

Πρώτα απ’όλα, να ξεκαθαρίσουμε ότι, ως βάση της ανάλυσης που ακολουθεί, θεωρούμε πως το φθαρμένο είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από το κατεστραμμένο. Η φθορά είναι μια διαδικασία αργόσυρτη, ζωντανή, κινητική, και εν πολλοίς εσωτερική- ακόμα και όταν προκύπτει από τη συναναστροφή με εξωτερικούς παράγοντες-, ενώ η καταστροφή είναι συνήθως ξαφνική, εμπεριέχει πολλή (συχνά εξωτερική) βία, και οπωσδήποτε εμπεριέχει τη στασιμότητα, το τελεσίδικο, το ανεπανόρθωτο, τον θάνατο.

Ας σκεφτούμε κατ’αναλογία ένα παλιό κτίριο κατοικημένο ή όχι πιά, σε σχέση με ένα βομβαρδισμένο. Ό,τι φθείρεται, ζει- που είναι η άλλη όψη της ίδιας συνθήκης: «ό,τι ζει, φθείρεται».

Κατά τα άλλα, το πεδίο της φθοράς είναι απέραντο, όπως είναι και τα πεδία της ζωής και του θανάτου, με τα οποία είναι συνδεδεμένη- στη Γη και στον Ουρανό, και γενικά στο Σύμπαν που μας περιβάλλει. Η αναφορά στο Σύμπαν, μας βοηθάει να αντιληφθούμε επαρκέστερα τη φθορά, μακριά από μια πολύ αρνητική φόρτιση που έχει στον αγοραίο λόγο, μα και να ψηλαφήσουμε την πολυσυνθετότητά της. Για παράδειγμα, ενώ η φθορά είναι ένα γενικευμένο χαρακτηριστικό του Σύμπαντος, μπορούμε άραγε να πούμε ότι «η Γη ή η Σελήνη, φθείρεται;» Δεν προκύπτει έτσι ότι η συνηθισμένη αντίληψή μας γι’αυτή είναι ατελής ή ακόμα και παραπλανητική; Μήπως είναι επαρκέστερο να δούμε τη φθορά ως (επί της ουσίας) αέναη κίνηση και μεταβολή;

Θα μπορούσαμε κι εδώ να σκεφτούμε κατ’αναλογία, στη δική μας μικρή κλίμακα, μία Εκθεση κτιρίων, των όψεων μα και των εσωτερικών τους χώρων, τριάντα χρόνια μετά την κατασκευή και την έναρξη της χρήσης τους, σε αντιπαραβολή με φωτογραφίες των ίδιων κτιρίων μόλις γεννήθηκαν και ήταν «του κουτιού»- ώστε να δούμε τη φθορά σε συνάφεια με την κίνηση και τη μεταβολή.

*

Εμείς πάντως εδώ θα επικεντρωθούμε στις υλικές παραμέτρους των πραγμάτων της Γής, με τη συνεπικουρία του Πολιτισμού των Φαντασμάτων (αναφορά στο ομώνυμο βιβλίο μου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2020), όπου αυτό βοηθάει προκειμένου να αναδείξουμε άϋλες ιδιότητες που συμπλέκονται με τις υλικές.

Μας ενδιαφέρει αυτός ο συνδυασμός υπέρ μιας ολοκληρωμένης συνολικής προσέγγισης, που εμπεριέχει τόσο το υλικό όσο και το άϋλο, αφού όπως επισημαίνει ο John Berger μιλώντας για το έργο του Vincent van Gogh στο βιβλίο του «Portraits- John Berger on Artists, εκδόσεις Verso, 2021: «Η πραγματικότητα πάντοτε κείται ^πέραν^- κι αυτό ισχύει τόσο για τους ιδεαλιστές, όσο και τους υλιστές. Για τον Πλάτωνα, για τον Μαρξ. Η πραγματικότητα, όπως και να την προσλάβει κανείς, κείται πέραν του όποιου παρεμβαλλόμενου παραπετάσματος, της οθόνης των κλισέ. Κάθε κουλτούρα παράγει ένα τέτοιο παραπέτασμα, μια οθόνη, εν μέρει για να διευκολύνει την κοινωνική λειτουργία (να επιβάλλει συνήθειες, μοτίβα κινήσεων), και εν μέρει για να διασφαλίσει κατά το δυνατόν την εξουσία της. Η πραγματικότητα είναι εχθρική σε όσους κατέχουν την εξουσία». Για μας εξουσία δεν είναι μόνο η γνωστή συνθήκη της επιβολής των μεν επί των δε, μα και η εξουσία των πραγμάτων- με το νόημα που κάθε φορά έχουμε δώσει σ’αυτά.

Να ένας από τους λόγους που είναι συναρπαστική η φθορά: έτσι όπως φθείρει το παραπέτασμα, την οθόνη των κλισέ, μας φέρνει πιο κοντά στην πραγματική πραγματικότητα. Μας βοηθάει έτσι να κάνουμε επαρκέστερα τη διάκριση ανάμεσα σε μια (έξωθεν επιβαλλόμενη ή εξ αιτίας μιας δικής μας προσκόλλησης) άκαμπτης «γεωμετρικής τάξης» και μιας «ζωτικής τάξης» που είναι πιο κοντά στις δικές μας βαθειές ανάγκες.

Για να προχωρήσουμε, άξονάς μας εδώ- έχοντας υπ’όψιν και τα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα- είναι ένας από τους πολλούς και ποικίλους ορισμούς της φθοράς, συγκεκριμένα αυτός του Λεξικού των Liddell- Scott, που δανείζεται από την τέχνη της ζωγραφικής: « Η ανάμιξη των καθαρών χρωμάτων με άλλα». Ο ορισμός αυτός θα γίνεται διαυγέστερος όσο αναπτύσσεται παρακάτω το θέμα.

Η φθορά της υλικότητας

Η φθορά αφορά, μεταξύ άλλων, τα υλικά έργα των ανθρώπων- τα έργα συνολικά, μα και τα επί μέρους αντικείμενα που τα συνθέτουν. Τα κτίρια με τα οποία όλοι έχουμε μια ποικιλότροπη στενή σχέση- ως κατοικίες, ως κυψέλες εργασίας, ως στοιχεία του δημόσιου χώρου, ως στοιχεία μιας υλικής περιουσίας- προσφέρονται για μια πρώτη διερεύνηση της φθοράς και της σχέσης μας μ’αυτή : αλλιώς στη φάση λειτουργίας τους κι αλλιώς στη φάση που έχουν εκκενωθεί, αλλιώς στην ήσυχη αποδοχή από τους ενοίκους μιας αναπόφευκτης φθοράς των πραγμάτων προϊόντος του χρόνου, κι αλλιώς μιας δυσάρεστης συνθήκης απαξίωσης που δεν μπορεί να αναστραφεί εξ αιτίας της οικονομικής αδυναμίας ή παθών που αποτρέπουν μια ευεργετική συνεννόηση. Σε κάθε περίπτωση, η φθορά δεν υφίσταται από μόνη της σε σχέση με τις δράσεις του φυσικού και τεχνητού περιβάλλοντος, μα εξαρτάται πολύ και από τη στάση των ανθρώπων ως προς αυτή.

Πάντως, επειδή τα κτίρια φτιάχνονται για να χρησιμοποιηθούν από τους ανθρώπους για τις ανάγκες τους, είναι αυτονόητο ότι τα λειτουργικά όρια της δράσης της φθοράς είναι εκεί όπου αυτή αρχίζει να έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης, οπότε ιδανικά τότε πρέπει να ληφθούν πρακτικά μέτρα για την αντιμετώπισή της.

Από κει και πέρα, οι άνθρωποι δεν λειτουργούν στενά μόνο σε σχέση τη λειτουργικότητα των πραγμάτων, μα και στη βάση των ποικίλων ψυχοδυναμικών αναγκών τους, κι αυτό επηρεάζει ποικιλοτρόπως την πρόσληψη της φθοράς: από αυτή την άποψη, το φθαρμένο είναι και το βιωμένο- κατά κάποιο τρόπο, ενώ η υλικότητα του αντικειμένου «φθείρεται» (στην πραγματικότητα, μεταλλάσσεται, όπως προείπαμε), παράλληλα εμποτίζεται από τις εμπειρίες βίωσής του, οι άνθρωποι αρχίζουν να βλέπουν το αντικείμενο συνυφασμένο με τη ζωή τους.

Μια πολύ στιβαρή σύνδεση μ’αυτή τη θώρηση είναι η «Αγέλαστος Πέτρα» των αρχαίων Ελλήνων- αντλώ τη συγκεκριμένη αναφορά από εργασίες της Σόνιας Σαρκισιάν. Πρόκειται για την ιστορία όπου η θεά Δήμητρα αποκαμωμένη και απελπισμένη από την ατελέσφορη αναζήτηση της κόρης της, που είχε απαγάγει ο Πλούτων, κάθησε σε μια πέτρα στην Ελευσίνα, να ξεκουραστεί. Η πέτρα ποτίστηκε τόσο πολύ από τη θλίψη της, που έμεινε εκεί στους αιώνες ως αγέλαστη πέτρα. Με ανάλογο συμβολικό τρόπο μπορεί να λειτουργήσει στα καθ’ημάς ένας καναπές, το συγκεκριμένο χρώμα ενός τοίχου, μια κουβέρτα, ένα τετράδιο από τη μαθητική μας ζωή. Όχι τόσο για να στενοχωρηθούμε, μα για να νοιώσουμε, να αισθανθούμε μια συγκίνηση που έρχεται από μακριά, διευρύνοντας τον χώρο των κινήσεων και των λογισμών μας- να λειτουργήσει ενδεχομένως σαν τους «βοηθούς» του Giorgio Agamben, στο βιβλίο του «Βεβηλώσεις», εκδόσεις Άγρα, 2006.

Από κει αρχίζει η ποιητική σχέση μας με τη φθορά, ή καλλίτερα, η ποιητική της φθοράς. Τότε, στοιχεία του σπιτιού ή γενικότερα του χώρου των κινήσεων και των θεωρήσεών μας, μπορεί να πάρουν στα μάτια μας διαστάσεις πέρα από τη στενή υλικότητα του παρόντος: η φθορά λειτουργεί ως πύλη σε μια πιο σύνθετη εμπειρία του Κόσμου.

Εννοείται ότι εδώ πρέπει να κάνουμε τη διάκριση: το ποιητικό δεν είναι απαραίτητα κατοικήσιμο, από υλική άποψη- κι εδώ μπορεί να ξεκινήσει μια πολύ μεγάλη, και πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.

*

Μολονότι στο παρόν κείμενο αναφερόμαστε στη φθορά όχι με την έννοια κάποιου «τεχνικού εγχειρίδιου αποκατάστασης βλαβών» (πολύτιμου, μα εκτός θέματος), μα ως οχήματος για μια πληρέστερη θέαση του Κόσμου, πρέπει να κάνουμε μια διάκριση: η έννοια της φθοράς υφίσταται κανονικά για κάτι που έχει γεννηθεί ως τεχνικά άρτιο.

Αν κάτι έχει προκύψει ως «ό,τι νάναι», ως άθυρμα υλικών και τεχνικής, η σύνδεσή του με τη φθορά είναι ορισμένως παραπλανητική, αφού αυτό γεννήθηκε «φθαρμένο». Αν κάποιος αγοράσει «χαλασμένο» κρέας, αυτό είναι κάτι διαφορετικό- αναφορικά με τη φθορά- από το κρέας που αγοράστηκε άρτιο και στη συνέχεια αφέθηκε για αρκετό διάστημα εκτός ψυγείου στο σπίτι.

Ανάλογα ισχύουν, μεταξύ άλλων, και για κτίρια, κατασκευές ή μηχανές, που φτιάχνονται «όπως όπως», ασχέτως των προδιαγραφών ή των Κανονισμών. Αυτά ισχύουν για τα τεχνικά χαρακτηριστικά, και μπορεί να έχουν άβολες ή επικίνδυνες επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούν. Όμως, ακόμα κι εκεί χωράνε ψυχοδυναμικές προσλήψεις, κι εκεί μπορεί να ξεφυτρώσει μια ποίηση επισφαλούς υλικού υποβάθρου.

*

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Ακατοίκητα

Υπάρχουν κι άλλες εκδοχές του μή άρτιου: μπορεί κάτι να είναι τεχνικά άρτιο στο επίπεδο της υλικότητας, μα να έχει γεννηθεί ως μη άρτιο από την άποψη του νοήματός του ή, πιο πρακτικά, του σκοπού. Ο Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, ένας από τους σύγχρονους μύστες της φθοράς, με έδρα τη Δράμα, (το πιό πρόσφατο βιβλίο του φέρει τον τίτλο «Ακατοίκητα», εκδόσεις Ποταμός) αναδεικνύει την περίπτωση μιας σειράς πέτρινων σπιτιών στην Εξοχή Δράμας, κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, που φτιάχτηκαν μεταπολεμικά με χρήματα του Σχεδίου Μάρσαλ, υποτίθεται για τους πολλαπλά εκτοπισμένους παλιούς κατοίκους. Τα σπίτια, εξ αρχής ακατάλληλα για τις συγκεκριμένες ανάγκες των ανθρώπων, δεν κατοικήθηκαν ποτέ και ο πληθυσμός μετακόμισε μαζικά στη Γερμανία. Σήμερα, τα ερείπιά τους χάσκουν κούφια, τόσο από νόημα όσο κι από βιώματα, όπως και η αρχική Ιδέα που τα γέννησε.

Εδώ αξίζει να αναφερθούμε και στη γνωστική διάσταση της φθοράς: ο τρόπος που φθείρονται τα δομικά υλικά, για παράδειγμα, είναι κρίσιμος για την επιστήμη της Αντοχής των Υλικών, και γενικότερα μας βοηθάει να αντιληφθούμε επαρκέστερα τη φύση τους- και αυτό φυσικά επηρεάζει τον τρόπο που θα τα διαχειριστούμε. Αυτή η αναφορά είναι πολύτιμη σε συμβολικό επίπεδο, και σε πεδία πέραν της χρηστικής υλικότητας.

Τα ερείπια των εικόνων

Η φθορά όμως δεν αφορά μόνο τα χρηστικά αντικείμενα. Η φθορά των εικόνων συνιστά από μόνη της ένα ιδιαίτερο σύμπαν. Κάθε λογής εικόνων, με κάποια υλική υπόσταση: παλιές αφίσες πολιτικών, φωτογραφίες άλλων εποχών, θρησκευτικές εικόνες, μα και νωπογραφίες κοσμικού τύπου, μεταξύ πολλών άλλων. Η μεταβολή, με την οποία όπως προείπαμε έχει σχέση η φθορά, αφορά εδώ περισσότερο τη νοηματοδότηση των εικόνων, σε σχέση με τον τρόπο που τις κοιτάμε.

Σημαντική είναι η δουλειά του Αβραάμ Παυλίδη στην ανάδειξη αυτής της διάστασης. Ο Αβραάμ Παυλίδης, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1950, δεν σταμάτησε να ταξιδεύει στην Ελλάδα από το 1976, φωτογραφίζοντας όπου τη βρει τη φθορά που συνδέεται με την παρακμή μιας δραστηριότητας ή την εγκατάλειψη.

Ένα από τα βιβλία του, όπου συγκεντρώνει τα αποτελέσματα της δουλειάς του, έχει τίτλο «Νέα Ερείπια», εκδόσεις ΜΙΕΤ, 2017. Όπως σημειώνει σε κείμενό του ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, επιμελητής σχετικής Έκθεσης, «εν είδει λιτού σχολιασμού, και ενώ η χώρα έχει εισέλθει μετά το 2010, απότομα στα άπατα νερά της κρίσης, ο φωτογράφος στράφηκε σε παρατημένες εγκαταστάσεις της βιομηχανικής κοινωνίας που παρήγαγε μαζικά προϊόντα και συμπεριφορές: εργοστάσια, καταστήματα, στρατόπεδα, ξενοδοχεία, νοσοκομεία και δημόσια κτίρια… Το έργο του αναδεικνύει την εγκατάλειψη ως διαχρονικό μοτίβο που επισφραγίζει το τέλος κοινοτήτων ή ολόκληρων κοινωνιών…Ο φακός του Παυλίδη μπορεί να δώσει εικόνες με υποβλητική ατμόσφαιρα και μια σχεδόν απτή αίσθηση παρακμής».

Σε άλλο του βιβλίο «Περί φθοράς και απώλειας», εκδόσεις ΜΙΕΤ, ο Παυλίδης προσχωρεί πιο συγκεκριμένα στην έννοια της φθοράς όχι ως καταστροφής, μα ως μεταβολής- όπως την αναφέρουμε πιο πάνω στο δικό μας κείμενο. Αυτό το φωτογραφικό λεύκωμα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εικόνες χάρτινων φωτογραφιών ημικατεστραμμένων, σε αποσύνθεση, ενίοτε κολλημένων μεταξύ τους σε ένα παλίμψηστο νοηματοδότησης, μα και αλλοιωμένων εικόνων σε έρημες εκκλησίες. Από πού αντλεί αυτές τις εικόνες; Όπως σημειώνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, οι εικόνες αυτές είναι αναμνηστικές, αφίσες νυχτερινών κέντρων, εξώφυλλα δίσκων, πορτρέτα από μνήματα, ακτινογραφίες, αισθησιακά δισέλιδα. Ακόμα, πίνακες και χαρακτικά για τα οποία η φωτογραφία λειτούργησε ως μέσο αναπαραγωγής. Τα ευρήματα αυτά ανακαλύφθηκαν σε χώρους ετερόκλητους: στοίβες παλαιοπωλείων, αντρικά αποδυτήρια, φυλάκια, κάδους σκουπιδιών, πινακίδες στον δημόσιο χώρο.

Ασφαλώς ο Αβραάμ Παυλίδης δεν είναι ο μόνος σ’αυτό το πεδίο. Ολόκληρη η Τέχνη, και οπωσδήποτε η Φωτογραφία, το Θέατρο, η Λογοτεχνία, πραγματεύονται ποικιλοτρόπως το θέμα της φθοράς- και μια ουσιαστική συζήτηση για τους τρόπους που το κάνουν έχει μεγάλο δημιουργικό ενδιαφέρον. Όπως επίσης εναλλακτικό ενδιαφέρον έχει και μια συζήτηση για τους τρόπους με τους οποίους φθείρονται τα καλλιτεχνικά έργα καθ’εαυτά.

Ο λόγος που αναφερόμαστε εδώ ειδικά στον Παυλίδη, είναι ότι το έργο του βοηθάει συγκεκριμένα να ψηλαφήσουμε τη μετατόπιση από την «εικόνα των ερειπίων» στα «ερείπια των εικόνων». Τα ερείπια των εικόνων σχετίζονται με τη φθορά της εξουσίας που τα υπαγόρευσε ή μάλλον του σκοπού για τον οποίο φτιάχτηκαν: το παραπεταμένο πορτραίτο του εργοστασιάρχη που κάποτε ίδρυσε το εγκατελειμένο σήμερα εργοστάσιο ή της κυρίας που χρηματοδότησε ένα Ίδρυμα που ενδεχομένως σήμερα λυμαίνεται ένα συμβούλιο επιτήδειων ή ακόμα και ενός γενάρχη μιας κάποτε ισχυρής οικογένειας που πια δεν υφίσταται, είναι κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της συνθήκης. Κάποιοι, στη θέα τέτοιων ερειπίων θα θρηνήσουν περασμένα μεγαλεία (που πιθανότατα δεν είναι δικά τους), άλλοι, πιο στοχαστικοί, θα αναλογιστούν τη ρευστότητα των πραγμάτων ή την πολυσυνθετότητα των ανθρώπινων σχέσεων, κι άλλοι θα επιχειρήσουν να τα αξιοποιήσουν επιστημονικά για μελέτες Ιστορίας ή Αρχαιολογίας. Το βέβαιο είναι ότι το μονοσήμαντο του νοήματος με το οποίο γεννήθηκαν, θα έχει υποκατασταθεί από μια ενδεχομένως γοητευτική πολλαπλότητα.

**

Μια άλλη λειτουργία της φθοράς- στο ζωγραφικό έργο του Lucian Freud

Lucian Freud, «Drawing into Painting», National Portrait Gallery, Λονδίνο,

Μην έχοντας προηγουμένως επαρκή επαφή με το έργο του ζωγράφου Lucian Freud, εγγονού του αστέρα της ψυχανάλυσης, που έφυγε σε μικρή ηλικία από τη Γερμανία για να γλυτώσει από τους Ναζί και μετά έζησε την ενήλικη ζωή του στην Αγγλία, η πολύ πρόσφατη επαφή μου μ’αυτό εξελίχθηκε με περιπετειώδη τρόπο.

Ενώ λοιπόν προσήλθα με ενδιαφέρον στην Έκθεση μέρους του έργου του με τίτλο “Drawing into Painting” στη National Portrait Gallery του Λονδίνου (το περιεχόμενό της, μαζί με σχετικά κείμενα και συνεντεύξεις, περιλαμβάνεται στην ομώνυμη έδοση της NPG το 2026), έφυγα σχεδόν θυμωμένος μετά τη συναναστροφή μου με κάποια από τα έργα του στα πρώτα δωμάτια. Αν και μια τέτοια απαρέσκεια δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί με λόγια και συνήθως προκύπτει εξαίφνης, σχεδόν ενστικτωδώς, η απλουστευτική εξήγηση που έδωσα μετά, στο σπίτι, είναι ότι αγαπώ πολύ το ιδανικό, το ιδεώδες, ό,τι με εμπνέει, ό,τι με εξυψώνει- ενώ τα έργα της Εκθεσης αισθανόμουν ότι ήταν μέσα στη φθορά. Μια φθορά με την οποία δεν μπορούσα να συνεννοηθώ, άρα και να την κατατάξω- καθώς δεν αφορούσε την παρακμή (κάτι που χάλασε).

Λίγο αργότερα, ήλθε να με βρει στον προθάλαμο της Έκθεσης η γυναίκα μου, να μου μιλήσει για το τι έθελξε την ίδια στο έργο του Freud. Το κλειδί ήταν ένας πίνακας , με τον ίδιο, και τις πτυχώσεις του προσώπου του- άρα όχι εξιδανικευμένο-, να φοράει ένα λείο, πολύ ταιριαστό πάνω του κοστούμι. Με ιντρίγκαρε, όταν με αφορμή αυτό παρέλασαν από το μυαλό μου εικόνες ανθρώπων της διπλανής πόρτας όταν βγαίνουν παρά την κούραση της καθημερινότητας με κατακαίνουρια ρούχα. Μετά αναφέρθηκε στο πώς ο Lucian Freud ζωγραφίζει με τον δικό του τρόπο πίνακες μεγάλων ζωγράφων του παρελθόντος. Ή πώς με αναφορά σε έναν μεγαλειώδη πίνακα του Turner, με τη Φύση σε κορύφωση, και όπου σε ένα σημείο του ψαράδες καθαρίζουν ψάρια, ο Lucian απομονώνει τα νεκρά ψάρια, κι αυτά ζωγραφίζει.

Ο Γιάννης Τσαρούχης λέει ότι ένα καίριο σχόλιο για ένα έργο Τέχνης το πολλαπλασιάζει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι παρατηρήσεις της γυναίκας μου με ιντρίγκαραν, και μας έκαναν να ξαναμπούμε στον χώρο, και να δούμε την Έκθεση από την αρχή. Σταδιακά, εκστασιάστηκα, όλο αυτό λειτούργησε ως αποκάλυψη.

Τί ήταν αυτό το ριζικά καινούριο στην πρόσληψή μου; Τα έργα του έχουν όντως σχέση με τη φθορά. Αλλά, ποια φθορά; Όχι του σώματος, μολονότι ο Lucian Freud ζωγραφίζει σχεδόν αποκλειστικά το σώμα. Ούτε τη φθορά δομών, όπως για παράδειγμα οι θεσμοί, αλλά ούτε των συνθηκών, όπως για παράδειγμα το φυσικό περιβάλλον, αφού ο Freud ζωγραφίζει ανθρώπους, και μάλιστα όχι μοντέλα που η απεικόνισή τους κάτι θέλει να πει, μα ανθρώπους του στενού, φιλικού και οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Παίρνει ιδέες από τα έργα κλασικών ζωγράφων όσον αφορά τη σύνθεση, μα μέχρις εκεί. Η κρίσιμη διαφορά του είναι ότι όπως γράφει ο ίδιος: «Ποτέ δεν λειτουργεί αυτό έτσι μέχρι τέλους. Στην πραγματικότητα, έχεις να κάνεις με ζωντανούς ανθρώπους, όχι με στοιχεία ακίνητα που προσομοιάζουν εν τέλει στη νεκρή φύση. Έχουν τις δικές τους ιδέες ως προς το τι σκέφτονται, αισθάνονται, ως προς το πώς σχετίζονται με τους άλλους. Χορογραφούν τους εαυτούς τους ως τους εαυτούς τους, θα μπορούσες να πεις».

Αυτό είναι που πολύ με ενδιαφέρει στο έργο του, όπως το αντιλαμβάνομαι: η φθορά του ιδεατού. Ζωγραφίζοντας την κόρη του, τη φίλη του, τη σύζυγό του, τη μητέρα του, τον εαυτό του, τις παρέες τους, προσεγγίζοντας το θέμα του δια της εξαντλητικής προσοχής στα συγκεκριμένα σώματα, αναδεικνύει τις προσωπικότητες αυτές ως τους πραγματικούς εαυτούς τους, και όχι ως το ακίνητο ιδεώδες της κόρης, της φίλης, της συζύγου, της μητέρας, του εαυτού, των παρεών, μας βοηθάει να δούμε εναργέστερα την πραγματικότητα, να την αναγνωρίσουμε, να συμφιλιωθούμε μ’αυτή- μακριά από τη δυσθυμία που μπορεί να προκαλέσει η εκ των πραγμάτων αγεφύρωτη απόσταση από το ακίνητο ιδεατό. Το ιδεατό μπορεί βεβαίως να εμπνεύσει, μα και να εγκλωβίσει ή ακόμα και να καταρρακώσει.

Αναφερόμαστε στη φθορά του ιδεατού, όχι στον εξευτελισμό του- που είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, και βεβαίως δεν αφορά τον Lucian. Ο εξευτελισμός του ιδεατού- όπως μπορούμε να τον παρατηρήσουμε στο πεδίο, σε κτίρια που μοιάζουν να έχουν την τύχη του Χρυσοστόμου της Σμύρνης στην Καταστροφή της Σμύρνης το 1922- προσομοιάζει στο χειρότερο πορνό, και έχει σχέση με τη χυδαιότητα και την καταστροφή, όχι με τη φθορά.

Με αυτή την έννοια, επιστρέφοντας στο θέμα μας, η φθορά του ιδεατού- όπως με βοηθάει το έργο του Freud να την πλησιάσω- με ηρεμεί, με γαληνεύει, ρίχνει τους τόνους, και τελικά φέρνει το πρότυπο στα μέτρα μου, συμφιλιώνοντάς με με τον Κόσμο.

Οπότε;

Ανεξάντλητο το πεδίο της φθοράς, μας καλεί σε περαιτέρω συναρπαστικές διερευνήσεις.

Για την ώρα, επικεντρωνόμενοι στο κείμενό μας, από την φθορά των υλικών αντικειμένων και τα ερείπια των εικόνων, ως τη φθορά του ιδεατού, επιβεβαιώνουμε τον ορισμό των πρώτων γραμμών μας για την φθορά, που είναι: «Η ανάμιξη των καθαρών χρωμάτων με άλλα». Και όπως γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στα «Μονόχορδα», εκδόσεις Κέδρος: «Τα χρώματα όχι χώρια. Η σχέση τους δηλώνει το καθένα».

Εμπνευσμένοι από τον τρόπο του Lucian Freud, θα μπορούσαμε να αντλήσουμε και από το βιβλίο «Βεβηλώσεις» του Giorgio Agamben, που προαναφέραμε, συνδέοντας τη φθορά με τη βεβήλωση- όχι βεβαίως με τη χυδαία έννοια του όρου, μα: «Βεβηλώνω σημαίνει αποδίδω εκ νέου στην κοινοχρηστία ό,τι είχε διαχωριστεί στη σφαίρα του ιερού».

Επίμετρο 1

Η φθορά έχει πολλούς- και συχνά δημιουργικούς τρόπους, αν έτσι την προσλάβουμε- να εκδηλωθεί. Όταν ο Munch, ο Νορβηγός ζωγράφος της «Κραυγής», αντιμετώπισε σε μεγάλη ηλικία το πρόβλημα της φθοράς της όρασής του, και μάλιστα έτσι ώστε να βλέπει τα χρώματα αλλιώς (μπορούμε να φανταστούμε τι σημαίνει αυτό για οποιονδήποτε άνθρωπο, πόσο μάλλον για έναν ζωγράφο), είπε: «Πόσο ενδιαφέρον έχει μια καινούρια θέαση του Κόσμου!», και όντως παρήγαγε μια σειρά έργων μ’αυτόν τον τρόπο.

Επίμετρο 2

Η σύγχρονη, τεχνολογική εποχή μας προκαλεί να δούμε τη φθορά με καινούριους όρους. Είναι δύσκολο να συνδέσουμε την αργόσυρτη φθορά, στην οποία κυρίως αναφερθήκαμε, με όσα σήμερα μας περιβάλλουν: τα κινητά τηλέφωνα, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα ψυγεία, τα αυτοκίνητα. Αυτό που τα χαρακτηρίζει περισσότερο είναι η ξαφνική αχρηστία- όχι τόσο επειδή «χάλασαν», όσο επειδή δεν υποστηρίζονται πιά από μια ξαφνικά παρωχημένη τεχνολογία, δεν είναι συμβατά με τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα. Ο ξαφνικός θάνατος είναι αυτός που τα χαρακτηρίζει.

Επί πλέον, μοιάζει να είναι τα αντικείμενα αυτά αποξενωμένα από βιώματα, σαν να έχουν λειτουργήσει ανέπαφα για μας- κι ας τάχουμε πολυχρησιμοποιήσει και πολύ συναναστραφεί στη ζωή μας, για ένα διάστημα. Έχει τη σημασία του, ότι ακόμα και όταν είναι άχρηστα πιά και παραπεταμένα, η υλικότητά τους δεν φθείρεται «κανονικά»- με τον τρόπο που η ανθρωπότητα είναι εξοικειωμένη για αιώνες, ότι δηλαδή το φθαρμένο γίνεται σταδιακά μέρος της Φύσης. Η πιθανότερη μετεξέλιξή τους σε κάτι άλλο, τεχνολογικά αποδοτικό, προκύπτει από τη διαδικασία της ανακύκλωσης. Κατά κάποιο τρόπο, η φθορά εδώ είναι αδύνατη, το ίδιο και ο θάνατος- ο υλικός μετασχηματισμός, διά της ανακύκλωσης, είναι η νέα συνθήκη.

Θα θεωρούσε κανείς κατ’αρχάς ότι αυτή η ροπή «παράκαμψης» της φθοράς αφορά μόνο τα παράγωγα της τεχνολογίας, πλην όμως στο νεοφανές οικοσύστημα της εποχής μας αυτή αφορά πλέον και το ανθρώπινο σώμα. Οι «πλαστικές» επεμβάσεις που γίνονται, για παράδειγμα, στο πρόσωπο των ανθρώπων συνδέονται με μια πολιτική «αναστροφής», παράκαμψης ή «σκεπάσματος» της φθοράς.

Σ’αυτό το περιβάλλον, ακόμα και τα ερείπια των εικόνων- από χαρτί ή ξύλο- στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω- έχουν σταδιακά όλο και μικρότερη εφαρμογή, σε μια εποχή που οι εικόνες είναι πιά κατά πολύ ηλεκτρονικές. Συνιστά αυτό πρόβλημα; Όχι απαραίτητα. Μπορεί έτσι να στερούμαστε την πολυσημία που προκύπτει από τη φθορά των εικόνων, μα άλλοι Κόσμοι ανοίγουν εδώ: μεταξύ άλλων, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια ευφορική Δευτέρα Παρουσία των εικόνων σχεδόν ολόκληρου του φανερωμένου και διατηρημένου διαχρονικού πολιτισμού μας, να προσφέρεται στα μάτια μας- με ό,τι δημιουργικό μπορεί αυτό να συνεπάγεται.

*

Με αυτή την έννοια, η φθορά θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένας από του δείκτες που διακρίνουν τις φάσεις της εξέλιξης της ανθρωπότητας στη διαχρονία της.

Δεν αναφερόμαστε σ’αυτό φοβικά, η ανθρωπότητα έχει ζήσει πολλούς «ξαφνικούς θανάτους» στη διαδρομή τους. «Νέες φάσεις, νέες καταστροφές, νέες δυνατότητες» παραφράζω τον Νίτσε.

Ούτε η νοσταλγία για ανύπαρκτους χαμένους παραδείσους έχει θέση εδώ, ούτε η αφελής εμπιστοσύνη σε έναν αυτόματο πιλότο της εξέλιξης. Το ζήτημα είναι να μην ξεχνάμε τα βασικά, τα ανθρώπινα, να ενημερωνόμαστε σε βάθος, και να θέλουμε «με λογική και μ’όνειρο» να επεμβαίνουμε στις εξελίξεις, ώστε αυτές κατά το δυνατόν να μην πραγματοποιούνται ερήμην μας.

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του «Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, όπως και το σύνολο του έργου του στα ελληνικά.

ΠΗΓΗ: https://www.oanagnostis.gr/peri-fthoras-aformi-mia-ekthesi-ergon-lucian-freud/

Πρόσφατες δημοσιεύσεις