8.7 C
Grevená
Παρασκευή, 4 Απριλίου, 2025

Πρέπει να διαβάσετε

myGrevena
myGrevena
Δεν είμαστε “φορείς ” της Τέταρτης Εξουσίας. Ο ρόλος μιας εφημερίδας είναι να αφουγκράζεται τους πόνους και τις χαρές ενός τόπου και των ανθρώπων του και αυτούς να διακονεί, να υπηρετεί τις ανάγκες τους, όχι να εξουσιάζει.

Τοὺ ζακάτσι

Κάναν κιρὸ εἶχι ἀνέχεια. Ὅπχοιους προυλάβισκνι ἔπιρνι. Ἦταν οἱ τρανοὶ ἰπαγγιλματίις-(τζιριμέδις), ἁπ’ ἔφκιαναν χουντρὲς κατρατσιές, ἀλλὰ εἴχαμι κι τςλιανουτσιαπατόρδις. Ἄφνι ἕνας τοὺ ξυλάλιτρου στοὺν ὄργου κι πάηνι ‘νἄλλ’ τ’μέρα νὰ οὐργώσ’ κι δὲν ἔβρισκνι καντίπουτας. Γιαὐτὸ κι τὄπιρναν στοὺ νὤμουτς ἅμα ἔσουναν τοὺ βραδάκ’. Δὲν γένουνταν νὰ τ’ἀφίησ’ στοὺ χουράφ’ μαναχότ’. Μὶ τί νὰ ὄργουνι ἡ ἄνθρουπους; Ἄλλους δὲν ἔβρισκνι τοὺ σαμάρ’ στοὺ γουμάρ’ ἢ στοὺ μπλάρ’ ὅπ’ τοὖχει δέσ’, γιὰ νὰ βουσκοῦσι ὅλ’ τ’νύχτα κι τοὺ προυΐ χουρτάτου νὰ τὄπιρνι γιὰ τςδλιέςτ’. Ἄλλους ἔχανι τοὺ τσικούρ’. Ἄει νὰ κόψς ξύλα χουρὶς τσικούρ’. Ἄσι ποὺ γιόμπζαν κι τςντραγατσίκις μὶ σταφύλλια. Ἄλλους πάηνι τ’νύχτα κι σὰν τνἀλούπου σμμάζουνι τςκότις ἀπ’ τοὺ κουμάσ’.

Τνἄλλ’ τ’μέρα ἄκουγις τὄνα κι τἄλλου. -Ἀ ρὰ ἡ βιριάγκους νὰ πααίν’ κι νὰ μὶ σκώσ’ τοὺ κουντούρ’ ἀπ’ τοὺ ξυλάλιτρου; Τόσου ξίκους, νὰ τοὺν πάρ’ ἡ δγιάτανους! Τί νὰ τοὺν πῆς ἀ ρὰ πιδγιά; Ἀ ρὰ παίρς τοὺν ζγὸ κι τςζεύλις ἀπ’ τοὺ ζβγάρ’; Κι πῶς νὰ οὐργώσς ὕστιρα; Μνιὰ δόσ’ μᾶς πῆραν τοὺ σαμάρ’ ἀπ’ τοὺ μπλάρ’. Ἄει πάλι φκιάσι ὅπχοια δλιὰ χουρὶς σαμάρ’. Τοὺ κρίτσκουσαν στοὺ νώμουτς κι ἔφυγαν. Ἄλλ’ φουρὰ μᾶς πῆραν τοὺ φόρτουμα κι τοὺ καπίστρ’ ἀπ’ τοὺ γουμάρ’. Μᾶς τὰ ζακάτσαν ὅλ’αὐτάϊας. Ἔμ γένιτι δλιὰ χουρὶς φόρτουμα κι χουρὶς καπίστρ’;

-Ἴλιγι κι ἡ ἄλλ’, μόρα γναῖκις, τί κακὸ εἶνι ἰτούτου τοὺ θκόμας; Κι δὲν ἄκσαμι καντίπουτας. Νέ κακάρζμα, νέ φουνή, μάνναμ’. Ἦταν φιβγάτα κι τὰ σκλιά μας ἡ Κιμάλτς κι ἡ Γκισούλτς, νὰ σουντοῦσαν λίγου. Τώρα ἦταν ἰκείνου τοὺ καταραμένου ἡ ἀλούπου κι τςγκούρλουσι κι τςπῆρι μία μία; Ἦταν κάνας ἄλλους ἄπραγους τσιφτιλῆς κι ἦρθι νύχτα κι μᾶς ζακάτσι ἀ κι σκούμπουσι ὅλις τς κότις; Γιόμπσι ἕνα σακκὶ κότις ἀ κι τσακίσκι κι ξιπατῶθκι. Μό ρα δὲν εἴδαμι ὄξου οὔδι κι ἕνα φτιρό.

Ἕνα χόβ’ κουντὰ στὰ Χριστοῦ ἦρθαν δγυὸ κι μᾶς σήκουσαν τοὺ μπίτσιου. Μᾶς τοὺ ζακάτσαν, οἱ ἄχρηστ’. Κόντιβάμι νὰ τοὺ σφάξουμι. Ἦταν οἱ μέριςτ’. Ἰφτυχῶς, τί νὰ σὶ πῶ, τςκατάφιρι ἡ Καπιτάνιους κάτ’ στ’χουρουφυλακὴ κι τοὺ μουλόγσαν.

Ἔφταναν ἀκόμα νὰ πααίν’ ὅλ’ τ’νύχτα σὶ ἄλλου χουργιὸ κι νὰ ζακατίσν ἀκόμα κι τοὺ τραΐ ἀπ’ τοὺ κουπάδ’. Μό ρα ντὶπ σαλαμάρα σὶ λέου.

Αὐτάιας γένουνταν κάναν κιρό. Σήμιρα γένουντι ἄλλα, χειρότιρα…

ἀρνιμα 5ἀπρίλ’2025

σαββάτου ἀκάθιστου ὕμνου, κι μ.Νικηφόρου, λιέει.

Πρόσφατες δημοσιεύσεις