Το έργο της καταξιωμένης Ηπειρώτισσας καλλιτέχνιδος Ευδοκίας Παπαγεωργίου είναι, κατ’ ομολογία έγκριτων κριτικών και ιστορικών τέχνης, πολύμορφο και πολυεπίπεδο, μεστό συνεχούς και αδιάπτωτης ερευνητικής πορείας σε πολλά και διαφορικά μέσα και υλικά, τόσο στην γλυπτική (μάρμαρο, μέταλλο, γυαλί, ξύλο, PVC), όσο και στην ζωγραφική (μεικτές ύλες, ακρυλικά, πλαστικά, σκόνες, παστέλ, υδατοχρώματα), ακόμα και στο ψηφιδωτό (σμάλτα, χρυσές ψηφίδες, φυσική πέτρα, γυαλί, βότσαλο). Η καλλιτέχνης έχει αναγνωρισθεί για τούτο ως μία από τις κορυφαίες γλύπτριες της σύγχρονης Ελλάδας, γεγονός για το οποίο οφείλει ο τόπος της να την τιμήσει επάξια.
Κοινά γνωρίσματα των δημιουργημάτων της σε όλα τα υλικά είναι, σε μορφολογικό επίπεδο, η διηνεκής έρευνα και ο πειραματισμός, όπως μαρτυρούν οι αρχιτεκτονικές συνθέσεις γυάλινων κατασκευών που ζωοποιούνται από το χρώμα αλλά και τις διαθλάσεις του ηλιακού φωτός, καθιστώντας την Παπαγεωργίου πρωτοπόρο γλύπτρια στην επεξεργασία του γυαλιού από 1983, όταν το πρωτομελέτησε στο Εργαστήριο της Ακαδημίας του Μονάχου, μέχρι σήμερα. Καλλιτέχνες του γυαλιού, μεταξύ αυτών και ο Κώστας Βαρώτσος, άντλησαν από δικές της εμπνεύσεις στο γυαλί. Τα πρωτότυπα έργα της σε γυαλί είναι καρποί μελέτης και σχεδιασμού της τεκτονικής δομής της ύλης, αλλά και απαύγασμα λυρικής διάθεσης, και το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τις ανάλαφρες κονστρουκτιβιστικές κατασκευές της. Εδώ η ευελιξία, ο ρυθμός και ο χρωματισμός της φόρμας καθιστούν αδιόρατα τα όρια μεταξύ ζωγραφικής – γλυπτικής. Βασικά γεωμετρικά σχήματα – το τρίγωνο, το τετράγωνο, ο κύκλος – συνδέονται, ή άλλοτε συγχωνεύονται, για να αρθρώσουν κατασκευές σε λαμαρίνα, σίδερο, ή κοιλοδοκό, με πρυτανεύουσα την ιδέα όχι μόνο του περίοπτου, αλλά και της ενσωμάτωσης του περιβάλλοντα χώρου από το γλυπτό.
Σε εννοιολογικό επίπεδο, η πολυσημία του έργου της Παπαγεωργίου αποκαλύπτει τον φιλοσοφικό στοχασμό που διατρέχει όλα τα έργα της, στοχεύοντας στην αυτοσυνειδησία, στόχος δυσεύρετος για καλλιτέχνες που συνήθως αποβλέπουν μόνο στη προβολή του έργου τους, εκθέτοντας την κενοδοξία τους. Αντίθετα, η αλήθεια που εμποτίζει και εμψυχώνει όλο το έργο της Παπαγεωργίου είναι αφοπλιστική, και προσλαμβάνεται ακέραιη μόνο από εκείνον που έχει εμβαθύνει, χωρίς ιδιοτέλεια, στο νόημα του μυστηρίου της ζωής και της δημιουργίας.
Η αγάπη στην απόδοση της ελληνικής, μάλιστα της ηπειρώτικης φύσης με την πλούσια και στιβαρή όψη της, – όπως μαρτυρείται στα πρόσφατα ζωγραφικά έργα της που θα πρέπει να εκτεθούν –, είναι μία από τις πνευματικές αξίες που πήρε η Παπαγεωργίου από τον τόπο της, ενώ η τάση μυστικισμού, ορατή σε αρκετά έργα της, ιδιαίτερα στις ψηφιδωτές συνθέσεις, αποκαλύπτει την επίδραση της βυζαντινής τέχνης, και εκβάλλει στην ενατένιση του θείου και των πηγών της ανθρώπινης σκέψης (βλ. τα γλυπτά «Εν ύπνω» 2007, «Η στήλη του ήλιου» 2007, «Υπεράνθρωπος» 2013, κ. άλ.).
Τα Πουλιά του Μνημείου του Ολοκαυτώματος, που από σήμερα θα αποτελούν την ύψιστη μαρτυρία του τραγικότερου γεγονότος της νεότερης ιστορίας των Ασπραγγέλων (φέρνοντας στη μνήμη μου το Ολοκαύτωμα της Καντάνου της επαρχίας Σελίνου Χανίων, γης του πατέρα μου), είναι το πρώτο ιστορικό μνημείο της Παπαγεωργίου στα Ζαγόρια, ευγενική και ανιδιοτελής προσφορά στην ιστορική μνήμη της γης του πατέρα της. Είναι χρέος και του καλλιτέχνη, – όχι μόνο του ιστορικού ή του συγγραφέα – να διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του μαρτυρίου και της δόξας ενός λαού συμβάλλοντας, σύμφωνα με τον αείμνηστο πνευματικό μου δάσκαλο και συγγραφέα Παντελή Πρεβελάκη, στην εθνική αυτοσυνειδησία.
Ένα σύμπλεγμα δύο περιστεριών – το ένα αρπακτικό που επιτίθεται στο άλλο, χωρίς όμως να επιτύχει την εξόντωσή του – ερμηνεύει, μέσα από πνεύμα ποιητικό μάλλον παρά βίαιο, την τελική ήττα του βάρβαρου εισβολέα, που αν και σκόρπισε την καταστροφή, όμως δεν νίκησε. Για την ένταξη του γλυπτού αυτού στον συγκεκριμένο χώρο χρησιμοποιήθηκε ένας ακατέργαστος βράχος, ο οποίος κοσμήθηκε με ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό. Το νόημα της μωσαϊκής σύνθεσης στη μετωπική όψη του βράχου επαναλαμβάνει, σχεδόν με λυρική διάθεση, την έννοια της συμπλοκής, αλλά και της αναγέννησης, η οποία αναδύεται από τις κόκκινες φλόγες του ψηφιδωτού, αναφορά στην ανάφλεξη του 1943, αλλά και στην επανασυγκρότηση των Ασπραγγέλων.
Η καινοτόμος εικαστική ιδέα της ανάκλησης του φοβερού ιστορικού γεγονότος συνεπικουρείται από την καινοτομία της τεχνικής του έργου. Το πλάσιμο της φόρμας των πουλιών φέρει ανάγλυφες γραμμώσεις, νοημένες για να δώσουν δραματική ένταση στη φωτοσκίαση, ενώ η ενέργεια της σύνθεσης υποβάλλεται από την συμπλοκή των δύο πουλιών, αισθητή από κάθε οπτική γωνία, αναδεικνύοντας την δυναμική της κίνησης τους στο χώρο. Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό: αποδίδεται πολύ περισσότερο η δυναμική της κίνησης των πουλιών, παρά η αίσθηση του πετάγματος τους, κορυφώνοντας τον δραματικό χαρακτήρα της συμπλοκής τους.
Η ένταξη του γλυπτού αυτού στα ορειχάλκινα έργα μικρής και μεγάλης κλίμακας της καλλιτέχνιδος, είναι ένα ακόμα ζήτημα άξιο αναφοράς. Και εδώ, όπως σε όλα τα ορειχάλκινα έργα της πρυτανεύει η κατάκτηση του περίοπτου, ώστε να αναδειχθεί η πληρότητα της σύνθεσης (η δυνατότητα δηλ. λειτουργίας του έργου από όλες τις οπτικές γωνίες), αλλά και ο λαλίστατος διάλογος του γλυπτού με τον χώρο! Όσον αφορά στον ιστορικό χαρακτήρα του έργου, Τα Πουλιά Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ασπραγγέλων συντάσσονται με τα ιστορικά μνημεία της Παπαγεωργίου (με εξέχον το Μνημείο της Εθνικής Αντίστασης μπροστά στο Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων) και αποτελούν, για τούτο τον λόγο, χαρίσματα της μεγάλης καλλιτέχνιδος στον τόπο της. Είθε να τα αναγνωρίσει αποδίδοντας της την δίκαιη αναγνώριση που τόσο άδικα της στέρησε στο παρελθόν η Σχολή Καλών Τεχνών Ιωαννίνων, και ντόπιοι συνάδελφοί της.
Ιωάννινα, 8 Αυγούστου 2026
Δρ. Χρύσα Δαμιανάκη
Καθηγήτρια Ιστορίας της Ευρωπαϊκής Τέχνης και Πολιτισμού
Πανεπιστήμιο του Σαλέντο (Ιταλίας)






