Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ
Τον άκουσα πάλι τις προάλλες τον κυρ Θάνο.
«Ο κυρ Θάνος πέθανε…»
Και αυτή τη φορά δεν άκουσα απλώς ένα παλιό τραγούδι. Άκουσα έναν άνθρωπο.
Έναν άνθρωπο που περπάτησε κι αυτός κάποτε τον δικό του δρόμο. Έναν άνθρωπο που είχε λίγα πράγματα στη ζωή του, αλλά ανάμεσά τους έναν μπαγλαμά. Μια μικρή ξύλινη συντροφιά που του κρατούσε παρέα στις δύσκολες ώρες.
Κι όταν ακόμη κι αυτό χρειάστηκε να το αποχωριστεί, κατάλαβα πως ο κυρ Θάνος δεν έχασε απλώς ένα μουσικό όργανο.
Έχασε κάτι από τον εαυτό του.
Ο Κώστας Βίρβος έγραψε αυτή την ιστορία και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης της έδωσε φωνή. Και μέσα από το τραγούδι έμεινε ένα ερώτημα που, όσο περνούν τα χρόνια, μου φαίνεται όλο και πιο επίκαιρο:
Ποιος πραγματικά καταλαβαίνει τον καημό του άλλου;
Ίσως γι’ αυτό το σκέφτηκα μέσα από το περπάτημα.
Γιατί όταν περπατάς, ιδιαίτερα όταν περπατάς πολλές ώρες και περνάς από μικρά χωριά, αρχίζεις να βλέπεις διαφορετικά.
Δεν βλέπεις μόνο τον δρόμο.
Βλέπεις τον άνθρωπο που κάθεται έξω από το καφενείο.
Εκείνον που σου προσφέρει ένα ποτήρι νερό.
Εκείνον που θα σε ρωτήσει από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις.
Και κάποιες φορές, χωρίς να το καταλάβεις, σου ανοίγει ένα μικρό παράθυρο στη δική του ζωή.
Αυτό είναι ίσως που αγαπώ περισσότερο στο περπάτημα.
Δεν ξέρεις ποιον θα συναντήσεις.
Και δεν χρειάζεται να ξανασυναντήσεις τον άνθρωπο για να μείνει μέσα σου.
Ένα «καλό δρόμο» μπορεί να μείνει περισσότερο από μια μεγάλη συζήτηση.
Ένας καφές μπορεί να γίνει ανάμνηση.
Ένα βλέμμα μπορεί να σου πει περισσότερα από πολλές λέξεις.
Και κάπου εκεί ο κυρ Θάνος ξαναγίνεται ζωντανός.
Όχι ως ένας άνθρωπος που έζησε πραγματικά, αλλά ως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που κουβαλούν κάτι βαρύ και δεν το βλέπουμε.
Ο περιπατητής έχει ένα μικρό προνόμιο.
Περνά αργά.
Και επειδή περνά αργά, προλαβαίνει να δει.
Ίσως λοιπόν ο δρόμος να μην είναι μόνο το σημείο από το οποίο ξεκινάμε και το σημείο όπου θέλουμε να φτάσουμε.
Ίσως να είναι κυρίως οι άνθρωποι που συναντάμε ανάμεσα στα δύο.
Και αν κάποτε συναντήσω έναν δικό μου κυρ Θάνο, θέλω να θυμηθώ το τραγούδι.
Να μην προσπεράσω.
Να σταθώ λίγο.
Να ακούσω.
Και ίσως, αν έχει έναν μπαγλαμά δίπλα του, να του ζητήσω να παίξει.
Γιατί μπορεί ο δρόμος να είναι μεγάλος, αλλά καμιά φορά μια μικρή μουσική αρκεί για να γίνει ο κόσμος λίγο πιο ανθρώπινος.





