O Μανώλης Καραγιαννούδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η ενασχόλησή του με τον χώρο της τέχνης ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία, καθώς από την ηλικία των 6 ετών άρχισε να μαθητεύει συστηματικά σε εικαστικά εργαστήρια, καλλιεργώντας το δημιουργικό του ένστικτο.
Η σταθερή του πορεία στα εικαστικά εργαστήρια συνεχίστηκε μέχρι την εισαγωγή του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), από όπου αποφοίτησε ως αριστούχος. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε δύο συναφή αντικείμενα, λαμβάνοντας πτυχίο από το Τμήμα Αρχιτεκτονικής καθώς και από το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών.
Παράλληλα με την έναρξη των ακαδημαϊκών του σπουδών, το 1993, ξεκίνησε και η επαγγελματική του δραστηριότητα στον τομέα της εκπαίδευσης.
Έκτοτε, αναπτύσσει πλούσιο διδακτικό έργο, παραδίδοντας μαθήματα ελεύθερου και γραμμικού σχεδίου σε μαθητές, μεταδίδοντας την τεχνογνωσία του τόσο στον σχεδιαστικό όσο και στον εικαστικό τομέα.
Στη συγκεκριμένη έκθεση ζωγραφικής, με μέσο το μαύρο στυλό σε μικρά φύλλα χαρτιού, η καλλιτεχνική του πρακτική αποκλείει τις διορθώσεις, κάθε γραμμή είναι οριστική, κάθε χειρονομία αφήνει ανεξίτηλο ίχνος. Τα σχέδιά του λειτουργούν ως σελίδες μιας συνεχούς, συσσωρευτικής καταγραφής, όπου η παρατήρηση του χώρου, η ακρίβεια της γραμμής και η ανάγκη για καθαρή αποτύπωση ορίζουν την καθημερινότητά του.
Πρόκειται για μια πρακτική συνυφασμένη με τη σύγχρονη εικαστική γλώσσα, όπου το ίχνος και η γραμμή αποκτούν υπόσταση, κουβαλώντας μέσα τους τον χρόνο, τις αναμνήσεις και το σώμα του ίδιου του δημιουργού.
Η θεματολογία του αναπτύσσεται μέσα από δύο παράλληλους κόσμους. Ο πρώτος εκκινεί από τα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου Σάμου, μικρά αγαλματίδια, ειδώλια και μορφές από πηλό, μέταλλο, λίθο και ξύλο που φέρουν το βάρος του ιστορικού χρόνου. Ο δεύτερος στρέφεται προς την καθημερινότητα και τη φύση, αποτυπώνοντας ταπεινά στοιχεία όπως κλαδιά, πέτρες, πουλιά, ζώα, μηχανικά εξαρτήματα και ανθρώπινες μορφές.
Μέσα από αυτή τη μυσταγωγική προσέγγιση, ο θεατής δεν είναι ένας απλός παρατηρητής. Καλείται να πλησιάσει, να αφιερώσει χρόνο και να χαθεί στις διαδρομές των γραμμών και στις μικρές μετατοπίσεις ανάμεσα στα έργα του καλλιτέχνη, συμμετέχοντας σε μια πρακτική που αγγίζει, εν τέλει, τα όρια της τελετουργίας.






